Get Adobe Flash player
Agenda
  • Events are coming soon, stay tuned!

Φεστιβάλ Γερμανόφωνου Κινηματογράφου

Θα πραγματοποιηθεί Φεστιβάλ Γερμανόφωνου Κινηματογράφου στην Δημοτική Βιβλιοθήκη Λεωνιδίου από τις 16/11/2011 εώς τις 17/11/2011. Συγκεκριμένα θα προβληθούν:

16/11/2011, ώρα 20:00, Η Λευκή κορδέλα (Χρυσός Φοίνικας του Φεστιβάλ των Καννών 2011)

17/11/2011, ώρα 20:00, Κουζίνα με ψυχή

Είσοδος Ελεύθερη.


Η Λευκή Κορδέλα: Μια ιστορία για τα παιδιά της Γερμανίας

Βρισκόμαστε σ’ ένα μικρό χωριό της βόρειας Γερμανίας, κάπου στα 1913. Ένας αόρατος αφηγητής μας υποδέχεται στο ασπρόμαυρο τοπίο και ξεκινά να μας διηγείται μια ιστορία της νεανικής του ηλικίας, όταν μια σειρά από ανεξήγητα γεγονότα αναστάτωσαν τη γαλήνια καθημερινότητα του χωριού του και σημάδεψαν καθοριστικά κι αμετάκλητα τις ζωές των χωρικών.

Πρώτο είναι ένα ανεξήγητο ατύχημα που βρίσκει τον γιατρό του χωριού βαριά τραυματισμένο: έκπληξη κι απορία πλανάται στους συγχωριανούς του για ένα συμβάν με άγνωστο υποκινητή και φαινομενικά χωρίς αιτία. Στη συνέχεια, μια γυναίκα σκοτώνεται σ’ ένα μάλλον ύποπτο εργατικό δυστύχημα: οργή και καχυποψία ανάμεσα στους χωρικούς, ακόμα διάχυτη και χωρίς αποδέκτη. Λίγο μετά όμως τα πράγματα θα εκτροχιαστούν: μια φωτιά, μια εξαφάνιση, ένα παιδί που ξυλοκοπείται, κι άλλες εκρήξεις βίας, ένα ακόμα παιδί που βασανίζεται. Πλέον η αιτία είναι σαφής: η εκδίκηση -ο υποκινητής όμως παραμένει άφαντος. Ποιος το έκανε; Η απάντηση βέβαια δεν είναι τόσο εύκολη, όταν το κλασσικό σχήμα whodunit (ποιός το έκανε) μετατρέπεται στα χέρια του Haneke σε ένα ιδιάζων whydunit (γιατί το έκανε), με το ενδιαφέρον να μεταφέρεται από το ‘ποιος’ στο ‘γιατί’, σε μια αναζήτηση των αιτίων της -φαινομενικά- απρόκλητης βίας.

Οι κάτοικοι του χωριού, ενήλικοι και παιδιά, ζουν σε μια κοινωνία προτεσταντικής καταπίεσης. Οι μοναδικές αποχρώσεις της ζωής είναι γι’ αυτούς το άσπρο και μαύρο, σαν τα πλάνα του Haneke που ντύνουν το χιονισμένο χωριό. Ηθική ή ανηθικότητα, καλό και κακό -δεν υπάρχουν γκρίζες ζώνες. Η καταπίεση κι η βία είναι αυτές που διαμορφώνουν χαρακτήρες, μαζί με την ‘Λευκή Κορδέλα’ της ηθικής (ο πάστορας, κυρίαρχη φιγούρα στο χωριό, τυλίγει στα χέρια των παιδιών που παρουσιάζουν αποκλίνουσες συμπεριφορές μια λευκή κορδέλα, για να φέρουν επάνω τους ένα στίγμα που θα τους θυμίζει την απομάκρυνσή τους από τις ηθικές αξίες).

Ένα ολόκληρο χωριό τυλιγμένο ασφυκτικά με μια Λευκή Κορδέλα, για να θυμίζει στους ‘υποδειγματικούς’ κατοίκους του τη φαυλότητα στην οποία είναι βυθισμένοι. Καταπίεση, κακοποίηση, εκδίκηση. Ένας φαύλος κύκλος που γεννιέται και γεννά τη βία. Καθώς τα παιδιά μεγαλώνουν, ωριμάζουν κι αρχίζουν σιγά-σιγά να αντιλαμβάνονται την πραγματικότητα γύρω τους, είναι φυσικό να επηρεάζονται και να διαμορφώνονται από αυτό το νοσηρό περιβάλλον. Ο φόβος, η καχυποψία κι η ενοχή πνίγουν την παιδική αθωότητα και μετατρέπουν αργά αλλά σταθερά αυτή την ομάδα παιδιών σε ‘enfants terribles’ που με την πρώτη ευκαιρία θα διδάξουν από πρώτο χέρι τον τρόμο (για τον Θεό και τον άνθρωπο), τον πόνο (τον σωματικό αλλά και τον ψυχικό) και τον θάνατο σε αυτούς που τους τον δίδαξαν. Ο μόνος άτρωτος παραμένει ο χαρακτήρας του δασκάλου, ο αποστασιοποιημένος μας αφηγητής, ο μόνος, συμπτωματικά (;) χωρίς απογόνους.

Ο φετινός Χρυσός Φοίνικας του Φεστιβάλ των Καννών, «Η Λευκή Κορδέλα: Μια ιστορία για τα παιδιά της Γερμανίας», όπως είναι ο πλήρης αμετάφραστος γερμανικός τίτλος, είναι μια ιστορία για τα παιδιά της Γερμανίας, όχι όμως κι ένα αθώο παιδικό παραμύθι. Είναι μια παραβολή για την καλλιέργεια και την παγίωση της κοινωνικής βίας, για τη γένεση του Κακού, μια αλληγορική αφήγηση για την ανατροφή μιας ολόκληρης γενιάς Γερμανών που γαλουχήθηκαν με βία για να γεννήσουν αργότερα την υπέρτατη μορφή κοινωνικής και πολιτικής βίας -το ναζισμό.

Υπαινικτικό και βραδυφλεγές αλλά εντέλει αποκαλυπτικό, το νέο δημιούργημα του Michael Haneke επιδέχεται πολλαπλών αναγνώσεων στοιχειώνοντας τον θεατή για μέρες, και διεκδικεί επάξια μια κορυφαία θέση στην ήδη βαρυφορτωμένη με επαίνους καριέρα του ιδιοφυούς αυστριακού σκηνοθέτη.

SOUL KITCHEN

Σκηνοθεσία: Φατίχ Ακίν

Πρωταγωνιστούν: Αδάμ Μπουσδούκος, Μόριτς Μπλάιμπτροϊ


Η προσπάθεια ενός Γερμανού ελληνικής καταγωγής να σώσει το εστιατόριό του στο Αμβούργο. Δράμα γλεντιού, ορίζει με πρωτοτυπία τον όρο feelgood

Το φιλμ τόνικ της χρονιάς, μια εντελώς διαφορετική ταινία στο έργο του Ακίν, επιτέλους ελαφριά και σπιρτόζα, χωρίς να είναι καθαρόαιμη κωμωδία, με ευφυέστατη χρήση της σόουλ κυρίως μουσικής και της ελληνικής ψυχής – σε βαθμό που ελάχιστοι Έλληνες σκηνοθέτες έχουν αξιοποιήσει ποιοτικά τα ελληνικά χαρακτηριστικά.

Ήρωας είναι ο Ζήνος (φόρος τιμής στον «σύνδεσμο» Ζήνο Παναγιωτίδη) Καζαντζάκης, ένας φιλότιμος ιδιοκτήτης μιας άθλιας καντίνας στο Αμβούργο, που φυτοζωεί με εργάτες που τρώνε χωρίς απαιτήσεις. Ο αδελφός του το λαμόγιο βρίσκεται σε καθεστώς ημιπαρανομίας, η προσωπική του ζωή είναι μονίμως σε εκκρεμότητα, οι προσπάθειές του να αξιοποιήσει τον μεγάλο χώρο που έχει κληρονομήσει ατυχούν, ώσπου μια σειρά απροσδόκητων εξελίξεων θα οδηγήσουν σε αλυσιδωτές συγκυρίες και με τη βοήθεια ενός μανιακού σεφ και της σπουδαίας μουσικής υπόκρουσης το καταδικασμένο μέρος θα γίνει ένα εστιατόριο άνετο και καλόγουστο στέκι νέων, χώρος για ατελείωτο πάρτι.

Εύστοχα, ο Φατίχ Ακίν δίνει έμφαση στη μουσική και τη χρησιμοποιεί με συνέπεια και φαντασία – η σκηνή με τον Τρόπο του Πασχάλη και των Olympians, ενώ το πάρτι έχει ξεθυμάνει και ένας μοχθηρός τύπος επιμένει σε έναν σεξουαλικό χορό με την εφοριακό, μπαίνει στην ανθολογία των κωμικών στιγμών της δεκαετίας. Και δεν είναι μόνο αυτή. Αποδεδειγμένα εξαίσιος σεναρίστας, ο Ακίν γράφει μια σειρά από καταστάσεις που φλερτάρουν με τη φάρσα και το δράμα, κατανοώντας σε βάθος τη μοιρολατρία και το δαιμόνιο των Ελλήνων του εξωτερικού. Τούρκος είναι στην καταγωγή, νιώθει μια χαρά το αντικείμενο.

Ο ρυθμός του είναι υποδειγματικός και τον βοηθάει να ξεπεράσει τον σκόπελο κάποιων αυθαίρετων λύσεων με τρόπο μαγικό. Αισιόδοξη και εφευρετική, η Κουζίνα με ψυχή είναι αφιερωμένη εξαιρετικά από τον Ακίν στο λίκνο του, το Αμβούργο, με όλη την ενέργεια που του κληροδότησε, στους μετανάστες που επιβιώνουν θριαμβευτικά απέναντι στην τυπολατρική εξουσία, και στη μεθυστική δύναμη των αισθήσεων, της μουσικής και της γεύσης.