Get Adobe Flash player
Agenda
  • Events are coming soon, stay tuned!

ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΝΑΔΡΟΜΗ ΤΗΣ ΒΙΟΠΟΙΚΙΛΟΤΗΤΑΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Ομιλία της Παρθενίας Καζαντζόγλου – Αθανασοπούλου στην Ημερίδα
«Βιοποικιλότητα και Πολιτιστική Ποικιλομορφία»

Τι  είναι η βιοποικιλότης?

Υπάρχουν πολλοί ορισμοί για το τι εννοούμε  βιοποικιλότητα όπως ότι:

-         Είναι ο βαθμός μεταβολής των μορφών της ζωής  μέσα σε συγκεκριμένο οικοσύστημα, ή βίωμα, ή σε  έναν ολόκληρο πλανήτη.

-         Είναι το σύνολο των γονιδίων των βιολογικών ειδών, των οικοσυστημάτων και των πολιτισμών μιας περιοχής.

-         Είναι η παραλλαγή της ζωής σε όλα τα επίπεδα βιολογικής οργάνωσης.

-         Είναι το μέτρο της υγείας των οικοσυστημάτων.

-         Είναι η ποικιλομορφία των ζώντων οργανισμών, των χερσαίων , των θαλάσσιων και άλλων υδάτινων οικοσυστημάτων και των οικολογικών συμπλεγμάτων, των οποίων αποτελούν τμήμα .

-         Είναι η ποικιλότητα εντός ενός είδους, και μεταξύ ειδών και οικοσυστημάτων

-         Είναι  το αποτέλεσμα εξελικτικών διαδικασιών των ποικιλιών των φυτικών και ζωικών ειδών στη βιόσφαιρα, δια μέσου του μηχανισμού της εξέλιξης, της πάνω από τρία δισεκατομμύρια χρόνια ζωής, αλλά και η δεξαμενή μέσα από την οποία θα αντληθεί η δύναμη της φιλοξενίας και  της προσαρμοστικότητας στις μεταβαλλόμενες  περιβαντολλογικές  συνθήκες επί του εδάφους ,όλων των  Νέων  μορφών ζωής  στο μέλλον.

-         Είναι η ασφάλεια της ζωής του πλανήτη μας.

-         Είναι τελικά αυτή η ίδια η ζωή, στο παρελθόν, στο παρόν και στο μέλλον,  με όλες τις μορφές της σε αυτόν εδώ τον Πλανήτη που λέγεται ΓΗ.

-         Όλοι οι πιο πάνω ορισμοί σημαίνουν την ίδια και την αυτή έννοια της βιοποικιλότητας, συνεπώς με βάση τα παραπάνω θα λέγαμε ότι αποτελείται από τέσσερα είδη :

α) την γενετική ποικιλότητα (genetic  diversity) που περιλαμβάνει την  εξελικτική επιλογή μεταξύ των ατόμων ενός είδους.

β) την ποικιλότητα των ειδών (species diversity)  που είναι τα φυτά, τα ζώα, οι μύκητες, τα βακτήρια, τα πρωτόζωα και οι ιοί.

γ) την ποικιλότητα των ενδιαιτημάτων (habitat diversity), ή οικολογικά σύμπλοκα όπως, μεσογειακά οικοσυστήματα , τροπικά δάση, έως το σύμπλοκο των βακτηρίων που βρίσκονται σε ένα  ανθρώπινο σώμα ή σε ένα γραμμάριο εδάφους.

δ) την  ποικιλότητα του τοπίου (landscape diversity) που είναι ,φυσικά, ημιφυσικά  και τεχνικά οικοσυστήματα , γεωργικές καλλιέργειες και οικισμοί.

Τα είδη αυτά  αποτελούν ένα ενιαίο σύνολο και γι αυτό η προστασία του κάθε ενός ,εξαρτάται από την προστασία του προηγούμενου.

Γενικά  για την βιοποικιλότητα της Ελλάδος στη Μεσόγειο και την Ευρώπη  τώρα και παλαιότερα.

Η Ελλάδα είναι μια Μεσογειακή χώρα, αλλά ευρίσκεται σε ένα σταυροδρόμι, που ενώ αποτελεί το νοτιοανατολικότερο τμήμα της Ευρώπης, ανήκει και στην βαλκανική χερσόνησο, συνορεύει με την βορειοδυτική Ασία  και ευρίσκεται σε στενή σχέση με την βόρεια Αφρική.

Η θέση που κατέχει στο σταυροδρόμι αυτό, η βιοκλιματική ποικιλία της, η γεωλογική της πορεία στο διάβα του χρόνου και η ιδιάζουσα τοπογραφία της, αποτελούν τους λόγους για τον υψηλό βαθμό ενδημισμού και την χλωριδική ποικιλότητα που έχει, αφού τόσο τα νησιά της, όσο και οι ορεινές περιοχές της, λειτούργησαν σαν μεταναστευτικοί σταθμοί και σαν καταφύγια, όλο το χρόνο των γεωλογικών μεταβολών της.

Το κλίμα της θεωρείται μεσογειακό, γιατί έχει ήπιο χειμώνα και ξηρό καλοκαίρι. Οι βροχές πάντα ήταν κυρίως το φθινόπωρο και την άνοιξη. Τα τελευταία χρόνια τα καλοκαίρια της είναι πολύ θερμά, με παρατεταμένες υψηλές θερμοκρασίες και οι βροχές όλο και λιγοστεύουν και τα χιόνια που κάλυπταν παλαιότερα τα βουνά της είναι όλο και λιγότερα. Και το κλίμα της παρουσιάζει μεγάλη ποικιλότητα, από υγρό και ψυχρό ηπειρωτικό στην περιοχή της Ροδόπης,  μέχρι ημίξηρο, και ημιερημικό  στην Κρήτη. Ενδιάμεσα υπάρχουν πολλά μικροκλίματα, τα οποία και επιτρέπουν την ύπαρξη και ανάπτυξη  μικρών οικοσυστημάτων με ιδιαίτερο ενδιαφέρον.

Το έδαφός της στο διάβα των αιώνων, λόγω των γεωλογικών αλλαγών  και φαινομένων, παρουσιάζει μεγάλη ποικιλότητα, έχει διαφορετική σύσταση υποστρώματος, έντονο εδαφικό ανάγλυφο με 42 κορυφές άνω των 2000 μ. πολυάριθμες χερσονήσους και νησιά, αλλά και δαντελωτές ακτές μεγάλου μήκους, και αυτό έχει σαν συνέπεια την μεγάλη ποικιλία φυσικών τοπίων.

Σε κάποιες περιπτώσεις το ανάγλυφο του εδάφους, δημιουργεί απομονωμένους ή δυσπρόσιτους βιότοπους, όπως νησιά και πολλά σπήλαια, που έχουν σαν  αποτέλεσμα, την εμφάνιση οικοσυστημάτων με μεγάλο αριθμό ενδημικών και σπάνιων ειδών φυτών και ζώων.

Πολλοί γεώτοποι της Ελλάδος, είναι αποτέλεσμα ηφαιστειακών εκρήξεων, σεισμών και καταποντισμών, αποκτά δε πολύ μεγάλο επιστημονικό ενδιαφέρον, λόγω της έντονης σεισμικότητάς της και του ηφαιστειακού της χαρακτήρα. Επειδή δε, η ζωή μπορεί να δημιουργηθεί κάτω από το νερό σε υψηλές θερμοκρασίες, οι έρευνες που γίνονται στο Αιγαίο, δεν αποκλείεται να δώσουν συγκλονιστικά στοιχεία για την γέννηση και εξέλιξη των ειδών.

Οι μεταβολές του κλίματος, κυρίως στην εποχή των παγετώνων, σε συνδυασμό με το πολυσχιδές έδαφος και η διάταξη των ορέων της Βαλκανικής χερσονήσου, και της Ελλάδος, με διεύθυνση από βορρά προς νότο, επέτρεψαν την μετανάστευση, πολλών ειδών τόσο φυτών όσο και ζώων νοτιότερα, εμπλουτίζοντας  την χλωρίδα και την πανίδα της χώρας μας, με παράλληλη δημιουργία  και εμφάνιση υβριδίων  κυρίως στα δασικά δένδρα ελάτης, δρυός κ.α..

Η επικοινωνία αυτή,  εξακολουθεί να υφίσταται και σήμερα, γι αυτό και η ύπαρξη σημαντικού αριθμού Ευρωπαϊκών ειδών στον Ελλαδικό χώρο.

Μεταναστεύσεις είχαμε και έχουμε όχι μόνο  από την Ευρώπη προς την Ελλάδα φυτών και ζώων, αλλά και από την Ασία και από την Αφρική.

Τα οικοσυστήματα όπως, τα παράκτια, των λιμνών, των λιμνοθαλασσών, των ποταμών, των βάλτων, των ελών, κ.λ.π. παρουσιάζουν κι αυτά μεγάλη ποικιλότητα, επηρεάζονται κυρίως όμως  από τα υδρολογικά τους γνωρίσματα και  λιγότερο από το κλίμα, γι αυτό συγκαταλέγονται  στα αζωνικά.

Η Ελλάδα λοιπόν, ανήκει στην μεσογειακή χλωριδική περιοχή και η χλωρίδα της αποτελείται από τα εξής  είδη:

-       Κοσμοπολίτικα είδη, κυρίως είναι υδροχαρή φυτά των γλυκών νερών

-       Μεσογειακά είδη, αυτά αποτελούν και την πλειοψηφία των ειδών της όπως,  η αγριελιά (Οlea europaea var. silvestris), η χαρουπιά (Ceratonia siliqva), το πουρνάρι (Quercus coccifera), ο σχίνος (Pistacia lentiscus), η αριά (Quercus ilex), η πεύκη (Pinus halepensis & Pinus brutia), η δάφνη (Laurus nobilis),) κ.λ.π.

-       Ευρωπαϊκά η ευρωσιβηριακά είδη που έχουν προέλευση από το Βορρά, όπως η οξιά  (Fagus sylvatica).

-       Βαλκανικά είδη όπως η υβριδογενής ελάτη  (Abies borisii regis).

-       Ενδημικά είδη τα οποία απαντούν μόνο στην Ελλάδα.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της βάσης δεδομένων της Flora Hellenica, η Ελληνική χλωρίδα περιλαμβάνει  5.700 είδη και υποείδη φανερόγαμων φυτών (Strid & Tan 1997), δηλαδή 6.308 taxa, εκ των οποίων  τα 730 taxa θεωρούνται σπάνια και απειλούμενα, σύμφωνα με τα δημοσιευμένα στο κόκκινο βιβλίο των σπάνιων απειλούμενων ειδών των Φυτών της Ελλάδος. Επίσης  τα 1150 taxa είναι ενδημικά.

Έχει μεγάλη ποικιλότητα σε όλα τα είδη, λαμβάνοντας δε υπ΄όψιν την έκταση και τα είδη των φυτών της χώρας μας, με την έκταση και τα είδη των άλλων Ευρωπαϊκών χωρών, θα διαπιστώσουμε ότι η σχέση είναι τούλάχιστον 6 φορές μεγαλύτερη στην Ελλάδα.

Είναι πρώτη, όσον αφορά τα ενδημικά φυτά, αφού η Ισπανία που έχει επίσης μεγάλη βιοποικιλότητα, έχει μόνο 500 taxa, έστω και εάν η έκτασή της είναι 4 φορές μεγαλύτερη  από της Ελλάδος.  Αυτό κάνει την πατρίδα μας να είναι στις υψηλότερες χώρες της Μεσογείου και της Ευρώπης.

Η αλήθεια είναι ότι, τον πλούτο αυτό θα τον συναντήσει κανείς, σε περιοχές που έμειναν σχεδόν ανέπαφες από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα και χαρακτηρίζονται βοτανικοί παράδεισοι, αφού φιλοξενούν τόσο μοναδικά φυτά στον κόσμο. Τέτοιες περιοχές είναι τα βουνά μας με πρώτο και αδιαφιλονίκητο τον Όλυμπο το βουνό των Θεών και των ανθρώπων, τον Πάρνωνα, τον Ταϋγετο, τον Άθω, τα βουνά της Κρήτης και την Πίνδο γενικώς.

Πάρα πολλά από τα φυτά αυτά, είναι βότανα  που από την αρχαιότητα ήταν γνωστά και χρησιμοποιούντο για τις φαρμακευτικές τους ιδιότητες.

Επίσης έχουν καταγραφεί 538 ξενικά είδη με 18 εξ αυτών εισβάλλοντα ή χωροκατακτητικά  όπως η Βρωμοκαρυδιά ( Ailanthus altissima) που εκτοπίζει άλλα είδη και εγκαθίσταται στη θέση τους.

Η πανίδα της φιλοξενεί,  30.000 έως 50.000 είδη ζώων. Η πλούσια αυτή πανίδα οφείλεται  στην γεωγραφική θέση της, στα πολλά νησιά της, στην αυξομείωση της στάθμης της θάλλασας, στην ύπαρξη πολλών σπηλαίων αλλά και στο ότι δεν είχαμε παγετώνες.  Πολλά είναι ενδημικά, σπάνια και απειλούμενα, όπως η καφέ αρκούδα Ursus arctus, η θαλάσσια χελώνα Caretta caretta, η μεσογειακή φώκια Monachus monachus,  η οχιά της  Μήλου Macrovipera schweizeri, κ.λ.π.

Επίσης θεωρείται ότι υπάρχουν τουλάχιστον 25.000 είδη ασπόνδυλων, εκ των οποίων, τουλάχιστον 2000 είναι ενδημικά, κάποια πολύ ενδημικά μιας και μόνο τοποθεσίας, αλλά και ένας αξιόλογος αριθμός ειδών, που αποτελείται από μικρούς πληθυσμούς ή απειλείται με εξαφάνιση.

Τα είδη των θηλαστικών που απαντούν στην Ελλάδα  είναι κατά 40 φορές περισσότερα  από ότι σε ίση επιφάνεια της Ευρώπης.

Η ορνιθοπανίδα  ήταν και είναι σημαντική. Παρά την μικρή της έκταση ,διαθέτει μεγάλη ποικιλία  πουλιών, έχουν δε καταγραφεί μέχρι τώρα 442 είδη. Στην Ευρώπη ολόκληρη, η ορνιθοπανίδα της είναι μικρότερη κατά 50 φορές από την δική μας. Σύμφωνα με το κόκκινο βιβλίο για τα απειλούμενα ζώα της Ελλάδος, τα 242 είδη αναπαράγονται στην χώρα μας, 76 έρχονται κατά τον χειμώνα, 29 είναι παρόντα κατά την μετανάστευση και 1 είναι εξαφανισμένο. Ανάλογα με τις συνήθειές τους χωρίζονται σε κατηγορίες όπως: τα θαλασσοπούλια που είναι 5 είδη, τα υδρόβια που είναι 51, τα παρυδάτια που είναι 72, τα αρπακτικά με 38 ημερόβια και 9 νυκτόβια είδη, (η Ελλάδα είναι μία από τις χώρες με τα περισσότερα αρπακτικά στην Ευρώπη), οι γλάροι και τα γλαρόνια 28 είδη, τα στρουθιόμορφα  176 και τέλος άλλα διάφορα που είναι συνολικά 59 είδη.

Πρέπει να γνωρίζουμε ότι τα πουλιά είναι περιβαλλοντικοί δείκτες. Είναι μια ιδιαίτερη ομάδα ζώων με μεγάλη σημασία για την οικολογία μιας περιοχής, διότι: Η μεγάλη ποικιλία ειδών, αντιστοιχεί σε μεγάλη διατροφική ποικιλία. Έτσι όσο η ποικιλομορφία και η πυκνότητα της ορνιθοπανίδας είναι μεγαλύτερη σε μία περιοχή , τόσο και η οικολογική της αξία είναι μεγαλύτερη.

Η Ελλάδα και σήμερα αποτελεί περιοχή διέλευσης, λόγω της γεωγραφικής της θέσης, αλλά και σταθμός διαχείμανσης για πολλά ευρωπαϊκά, ασιατικά και αφρικανικά είδη.

Από τα 92 είδη ερπετών που υπάρχουν στην Ευρώπη, τα 56 είναι στην Ελλάδα. Στην περιοχή της Πύλου στην Μεσσηνία ζει ο Ευρωπαϊκός χαμαιλέων (Chamaeleo chamaeleon), είναι η μοναδική περιοχή της Ευρώπης που τον συναντάμε και απειλείται  με εξαφάνιση.

400 είδη σαλιγκαριών υπάρχουν στην Ελλάδα, 300 είδη στην Ευρώπη.

Η ιχθυοπανίδα των εσωτερικών υδάτων είναι εξ ίσου πολύ πλούσια. Έχουν καταγραφεί 164 είδη ψαριών εκ των οποίων τα 23 είναι ξενικά. Τα 117 ζουν αποκλειστικά στα γλυκά νερά εκ των οποίων τα 39 είναι ενδημικά και τα 24 σε γλυκά ή αλμυρά ή υφάλμυρα νερά. Εξ αυτών προστατευόμενα είναι η Άγρια Πέστροφα, (Salmo spp), η Μπριάνα (Barbus spp), η Πετροκαραβίδα (Austropotamobius torrentium).

Εκτός από τα χερσαία οικοσυστήματα, υπάρχουν και τα  θαλάσσια και υποθαλάσσια με την δική τους βιοποικιλότητα. Είναι ο κρυφός και ζωντανός υποβρύχιος κόσμος, με τους απίστευτης  ομορφιάς, υποθαλάσσιους  βιότοπους του, τα μεγίστου κάλους οικοσυστήματά του, τα οποία είναι και μάρτυρες της ζωής του παρελθόντος και του παρόντος, που κρατά καλά κρυμμένα τα μυστικά του μέσα στην απέραντη σιωπή και σε τρελαίνει με το μυστήριό του.

Στις Ελληνικές θάλασσες υπάρχουν λιβάδια Ποσειδωνίας, οι γνωστές μας φυκιάδες ή δάση της θάλασσας από το είδος Posidonia oceanica ενδημικό της Μεσογείου, καθώς και ύφαλοι ασβεστολιθικών ροδοφυκών ή αλλιώς τραγάνες. Τόσο οι φυκιάδες, όσο και οι τραγάνες είναι υψηλής αξίας οικοσυστήματα, με σπάνιο φυσικό πλούτο και από τα πλέον παραγωγικά.

Δυστυχώς ένα μικρό μέρος αυτών έχει χαρτογραφηθεί, γίνονται όμως προσπάθειες αρκετές προς την κατεύθυνση αυτή, γιατί είναι ξεχωριστής σημασίας οικοσυστήματα που έχουν απομείνει για ολόκληρη τη Μεσόγειο και την Ευρώπη, αφού έχουν υποστεί τη μικρότερη καταστροφή τόσο από τη ρύπανση, όσο και από τα συρόμενα εργαλεία ψαρέματος, που προκαλούν συχνά μη αναστρέψιμες καταστροφές.

Τα θαλάσσια λιβάδια είναι θεμελιώδους σημασίας οικότοποι, αφού αποτελούν τους πλέον ιδανικούς τόπους αναπαραγωγής πολλών θαλασσίων ειδών. Επίσης αποτελούν εξαιρετικό καταφύγιο για πάνω από 300 είδη χλωρίδας και 1000 είδη πανίδας και συγχρόνως τους παρέχουν τροφή.

Οι τραγάνες είναι κι αυτές ιδιαίτερης σημασίας οικοσυστήματα με πολύ υψηλή βιοποικιλότητα και γι΄αυτό πολύ  μεγάλης σημασίας για την παραγωγικότητα  των  ζώντων  στους υφάλους ειδών. Υπολογίζεται ότι ζουν σ αυτούς 300 είδη φυκών, 1200 είδη ασπόνδυλων και περισσότερα από 100 είδη ψαριών, είναι δε σημαντικοί βιότοποι για τα απειλούμενα, όπως το κόκκινο κοράλι, κάποια είδη ροφού κ.α..

Για τον σχηματισμό τους απαιτούνται περισσότερα από 7000 χρόνια, που σημαίνει ότι όταν καταστρέφονται ο χρόνος που χρειάζεται για να ξαναδημιουργηθούν είναι πολύ μεγάλος.

Έχουν καταγραφεί   στις ελληνικές θάλασσες  περίπου 450 είδη ψαριών, καθώς και πάνω από 6.500 βενθικών οργανισμών.

Έχουν  καταγραφεί επίσης  στην Ελλάδα 280 είδη ξενικά τα οποία μετανάστευσαν από τον Ινδικό ωκεανό και την Ερυθρά θάλασσα μέσω της διώρυγας του Σουέζ  ή ακολουθούντα  τα πλοία.  Εξ αυτών 60 είναι εισβάλλοντα ή αλλιώς χωροκατακτητικά όπως το Λαγόψαρο (Lagocerhalus sceleratus) που παρουσιάσθηκε στις θάλασσές μας λόγω αύξησης της θερμοκρασίας  τους  ή το κόκκινο φύκος (Womersleyella setacea), το οποίο καλύπτει την επιφάνεια του υφάλου της τραγάνας σε πάχος 1-2 χιλ. και δεν επιτρέπει να αναπτυχθεί τίποτε πάνω σάυτόν .

Έχουν καταγραφεί επίσης 12 είδη δελφινιών και φαλαινών, αλλά και 110 περίπου άτομα της μεσογειακής φώκιας Monachus monachus. Oι θαλάσσιες χελώνες  Caretta caretta, η πράσινη χελώνα Chelonia mydas και η δερματοχελώνα  Demochelus coriacea, ζουν επίσης στις ελληνικές θάλασσες.

Όλα τα πιο πάνω δείχνουν την πολύ μεγάλη βιοποικιλότητα της Ελλάδας και την σημασία που έχει αυτό, για την διατήρηση και φύλαξη της, όχι μόνο για αυτήν, αλλά και για την Ευρώπη ολόκληρη.

Σύμφωνα λοιπόν με τα πιο πάνω,  η Ελλάδα  είναι ένα από τα πιο σημαντικά κέντρα βιοποικιλότητος, αλλά και το πιο σημαντικό κέντρο όσον αφορά τον ενδημισμό στην Ευρώπη και στη Μεσόγειο.

Κατά τον καθηγητή  Γεωλογίας- Παλαιοντολογίας  του Πανεπιστημίου Αθηνών  κ. Ευάγγελο Βελιτζέλο,  τα παλαιοβοτανικά δεδομένα, για την Ευρώπη και την Ελλάδα των τελευταίων  25 εκατομμυρίων χρόνων δείχνουν αλλαγή, από την ομοιογενή ευρωπαϊκή χλωρίδα με τα υποτροπικά φυτά, στη σύγχρονη εύκρατη βλάστηση της Β. Ευρώπης και στην καθαρά μεσογειακή χλωρίδα της Ν. Ευρώπης. Υπήρχαν πολλά φυτά  πολύ συνηθισμένα  στις Ευρωπαϊκές χλωρίδες και τώρα υπάρχουν  περιορισμένα μόνο σε περιοχές της Αμερικής και της Α. Ασίας. Υπήρχαν και άλλα που ευρίσκοντο σε όλο τον ευρωπαϊκό χώρο και τώρα μόνο στις ακτές της Μεσογείου, όπως τα κωνοφόρα Κέδρος (Cedrus) και Τετρακλινίς (Tetraclinis). Ο κέδρος έχει και έναν αντιπρόσωπο στα Ιμαλάϊα.

Η Ελλάδα  σαν σταυροδρόμι που ήταν πάντα και είναι, είχε την τύχη να φιλοξενήσει  ιδιαίτερα πλούσιες χλωρίδες, καθ όλο το διάστημα των γεωλογικών και κλιματικών αλλαγών. Αυτό το γνωρίζουμε πολύ καλώς, γιατί  υπάρχουν απολιθώματα στη χώρα μας διατηρημένα εντυπωσιακά καλά,  που η συστηματική μελέτη τους έδωσε αξιόπιστα αποτελέσματα  για τη γνώση μας από παλαιοκλιματική και παλαιοοικολογική  σημασία, κατά την πορεία της μέσα στο χρόνο. Ήταν τόσο καλά διατηρημένα, που ήταν δυνατή η μελέτη της κυτταρικής δομής της επιδερμίδας  των φυτών και έτσι μπόρεσαν οι μελετητές, να συγκρίνουν τις ομοιότητες και τις διαφορές, μεταξύ των απολιθωμένων και των σύγχρονων φυτών.

Κατά την περίοδο του Πλειοκαίνου, σύμφωνα με   γεωλογικές, παλαιοντολογικές και  παλαιοβοτανικές  έρευνες,  δηλαδή πριν 3 εκατομμύρια χρόνια, για την Ελλάδα και την  Πελοπόννησο  που ήταν νησί ακόμη, άρχισε η γεωϊστορική εξέλιξή τους. Υπάρχουν πολλά παλαιολιθικά ευρήματα από αυτήν την  περίοδο,  όπως της ευρύτερης λεκάνης της Μεγαλόπολης, τα Σκούρα της Σπάρτης, το απολιθωμένο φοινικοδάσος του Δήμου Βοιών Λακωνίας, τα απολιθωμένα  δάση (από τα πιο σημαντικά παγκοσμίως απολιθώματα της Προγονικής Δρυός) του Έβρου 40 εκ. χρόνων, της Λέσβου 20 εκ. χρόνων, της Λήμνου, της Καστοριάς, της Φλώρινας 5-9 εκ. χρόνων, της Σαντορίνης  60.000 χρόνων κ.α..

Υπήρχαν δάση κυρίως φυλλοβόλων δένδρων, η απολιθωμένη δε βλάστηση  είναι φτωχή  σε γένη και είδη, μοιάζει πολύ με τα σημερινά δένδρα και φυτά των δασικών οικοσυστημάτων.

Είχαμε εξαφανίσεις κατά τις κλιματικές και γεωλογικές αλλαγές,  γενών και ειδών υποτροπικών φυτών, όπως η Σεκόγια η αειθαλής ,η οποία και συμμετείχε με  μεγάλους πληθυσμούς στα μικτά δάση των κωνοφόρων  στην Πελοπόννησο και τώρα υπάρχει μόνο στην Καλιφόρνια της Β. Αμερικής.

Επίσης την ίδια εποχή σχηματίστηκαν λιγνίτες σε βαλτώδη περιβάλλοντα, στα οποία βρίσκουμε σήμερα πολλά ζωικά και φυτικά απολιθώματα, και μας μαρτυρούν, το είδος της βλάστησης που υπήρχε την εποχή εκείνη, καθώς το κλίμα και οι θερμοκρασίες που επικρατούσαν. Ένα τέτοιο περιβάλλον είναι  στη Μεγαλόπολη Αρκαδίας.

Η απολιθωμένη χλωρίδα της λεκάνης της Μεγαλόπολης, υπάρχει σήμερα σε διάφορα λιμνοτελματώδη οικοσυστήματα, παρουσιάζοντας μία εξελικτική πορεία  κατά το πέρασμα του χρόνου.

Στην περίμετρο των  λιμνών πριν από 3 εκατομμύρια χρόνια, υπήρχε πλούσια βλάστηση, και τα οικοσυστήματα της περιόδου εκείνης, ακολουθούν μία εξελικτική πορεία μέχρι σήμερα. Διαφοροποίηση της χλωρίδας είχαμε πριν από 600.000 χρόνια, κυρίως των φυτών των βάλτων και της όχθης των λιμνών.

Στην περιοχή του Δ. Βοιών Λακωνίας έχει ανακαλυφθεί ένα μοναδικό απολιθωμένο φοινικοδάσος, αναμεμιγμένο και με διάφορα κωνοφόρα και δρύες, ηλικίας 2-3 εκατομμυρίων ετών ,πολύ μεγάλης επιστημονικής και γεωτουριστικής σημασίας για όλο τον κόσμο.

Είναι ένα ανεπανάληπτο μνημείο της φύσης που πρέπει να  προστατευτεί  για την ομορφιά του, και για τα μυστικά που κρύβει στα ανεξερεύνητα απολιθωμένα βάθη  του.

Οι φοίνικες έχουν εξαφανιστεί εδώ και  9 εκατομμύρια χρόνια  από τον Ευρωπαϊκό χώρο, ενώ στον Ελλαδικό χώρο, έχουμε μία εξελικτική πορεία σε βάθος 40 εκατομμυρίων χρόνων μέχρι σήμερα. Από την μελέτη αυτών των απολιθωμένων δασών, προκύπτει ότι το κλίμα της Ελλάδας εκείνα τα χρόνια ήταν τροπικό έως υποτροπικό και έμοιαζε με το κλίμα που έχει η Κούβα σήμερα.

Όποιες καταστροφές συνέβαιναν στα σπάνια οικοσυστήματα των  δασικών εκτάσεων της Ελλάδος, δεν δύνανται να αναγεννηθούν, γιατί έχουν καταστραφεί πλέον.

Όσον αφορά την πανίδα, συνέβη ότι ακριβώς και με την χλωρίδα, δηλαδή είχαμε και εδώ μετακινήσεις από όλες τις γύρω σημερινές ηπείρους. Η μετακίνηση έγινε πριν 19 εκ. χρόνια στη Μειόκαινο εποχή, τότε δηλαδή που δημιουργήθηκε η Αιγηίς.

Πολλά είδη ζώων όπως προβοσκιδωτά και δεινοθήρια  μετακινήθηκαν από την Β.  Αφρική και την Αραβική χερσόνησο προς την Ευρώπη μέσω της Ελλάδος  δια ξηράς.

Στην Ελλάδα, ζούσαν γιγαντιαία προβοσκιδωτά με ύψος έως 4,5μ. (στα Γρεβενά  βρέθηκαν χαυλιόδοντες μήκους  5,02 μ.), μαχαιρόδοντες στο Πικέρμι με δόντια μήκους 20 εκ., ουρανοπίθικοι, καμηλοπαρδάλεις ύψους 4 μ. στη Σάμο, ρινόκεροι, ιπποπόταμοι, μεγαλόσωμες ύαινες, νάνοι ελέφαντες ύψους 1,5 μ. στη Τήλο, ελάφια μεγαλόκεροι, Αρκούδες των σπηλαίων, Αντιλόπες, μαστόδοντες, μεσοπίθηκοι στο Πικέρμι, Τάπιροι , Ασιατικά λιοντάρια που λίγα ζουν τώρα στην Ινδία,  και εξαφανίστηκαν από εδώ κατά τους πρώτους μεταχριστιανικούς χρόνους, και  άλλα ζώα.

Τα θηλαστικά αυτά ζούσαν εδώ, αφού το κλίμα ήταν υποτροπικό με μέση θερμοκρασία 18 βαθμών και υπήρχαν απέραντες εκτάσεις με πυκνή βλάστηση και συνεπώς πλούσια τροφή.

Με το πέρασμα του χρόνου δε, είτε εξελίχθηκαν, είτε εξαφανίστηκαν λόγω ανταγωνισμού ή αλλαγής του περιβάλλοντος και του κλίματος της περιοχής.

Αυτά έχουν γίνει γνωστά από έρευνες σε απολιθώματα που έχουν βρεθεί σε περιοχές σε όλη την Ελλάδα και δίνουν πολύτιμες πληροφορίες για την εξελικτική πορεία των ζώων αυτών, αλλά και για το παλαιοκλίμα και την παλαιοοικολογία στο διάβα των αιώνων. Κατά την Κα Τσουκαλά , καθηγήτρια Γεωλογίας του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, κάποια είναι τόσο σημαντικά και οι περιοχές που βρέθηκαν έχουν ξεχωριστή θέση  παγκοσμίως, όπως το Πικέρμι Αττικής που ονομάζεται Ακρόπολη της Παλαιοντολογίας, τα Γρεβενά ως η Μέκκα της Παλαιοντολογίας και γενικώς η Ελλάδα αναφέρεται σαν  ο Παρθενώνας της Παλαιοντολογίας.

Αλλά και η πορεία του ανθρώπου μέσα στους αιώνες που πέρασαν, έχει καταγραφεί  μέσα από ανασκαφές που έχουν γίνει. Υπάρχουν ευρήματα τόσο σε ενάλια σπήλαια, όσο και σε σπήλαια στην ξηρά.

Έτσι κι αλλιώς η Ελλάδα είναι τόσο πολύ πλούσια σε κάθε μορφής σπήλαια, που μέσα τους φύλαγαν και φυλάγουν πολύτιμες πληροφορίες για την ιστορία του ανθρώπου, που πέρασε και έζησε στον Ελλαδικό χώρο και όχι μόνο, από την εποχή του λίθου, την παλαιολιθική, τη μεσολιθική, τη νεολιθική εποχή.

Τα ευρήματα αναφέρονται τόσο σε ανθρώπινα σκελετικά υπολείμματα, όσο και εργαλεία, ίχνη φωτιάς, ταφές ανθρώπων, κεραμικά, μεταλλουργική δραστηριότητα κ.α..

- 600.000 π.χ. τα πρώτα ίχνη φωτιάς στο σπήλαιο Πετραλώνων στη Χαλκιδική.

- 400.000-300.000 π.χ. το αρχαιότερο κρανίο ανθρώπου τύπου προ-νεάντερταλ στο σπήλαιο Απήδημα της Μάνης.

- 350.000- 200.000 π.χ. ανθρώπινο κρανίο στα Πετράλωνα Χαλκιδικής.

- 100.000-40.000 π.χ. ανθρώπινα λείψανα τύπου Νεάντερταλ στα Καλαμάκια της Μάνης.

- 46.000 π.χ. ανθρώπινα οστά χρήση φωτιάς μέχρι το 4.000 π.χ. στο σπήλαιο Θεόπετρας Καλαμπάκας.

- 30.000 π.χ. ενταφιασμένος σκελετός γυναίκας ηλικίας 23 ετών όμοιος με τον άνθρωπο του Cro Magnon στο Απήδημα Μάνης.

- 8.000-7.000π.χ. Ενδείξεις ναυσιπλοϊας και αλιείας στο Αιγαίο , στη Μήλο, η οποία όπως φαίνεται διατηρούσε εμπορικές ναυτικές επαφές από χιλιετίες π.χ. με το Φράχθι της Αργολίδας, από τις αρχαιότερες γνωστές στον Πλανήτη.

Οι αρχαιότητες  που είναι διάσπαρτες σε όλο το έδαφος της Ελλάδος, αποτελούν αδιάψευστα στοιχεία της εξέλιξής της, του πολιτισμού της, των σχέσεών μεταξύ των ανθρώπων της και όχι μόνο, της γλώσσας, του απαράμιλλου πνεύματός, της σοφίας, της  τέχνης, της υψηλής αισθητικής .

Η Ελλάδα διαθέτει και ενιάλιες αρχαιότητες και αυτό, διότι τμήματά της είχαν κατακλυσθεί και αναδυθεί, αλλά και είναι η μακροβιότερη και πιο ακμαιότερη  χώρα παγκοσμίως.

Λίγα  λόγια  για την Πελοπόννησο.

Η οροσειρά της Ροδόπης παρουσιάζει μία πολύ μεγάλη βιοποικιλότητα και συνεχίζεται επεκτεινόμενη στην νότια Ελλάδα, στην Πελοπόννησο, για να καταλήξει στην Κρήτη ,αφού περάσει πρώτα από τα Κύθηρα.

Το πρώτο όνομα της Πελοποννήσου ήταν Απία, από τον ποϊστορικό ηγέτη της Άπι, γιό του βασιλιά Φορωνέα και της Τελεδίκης και αδερφό της Νιόβης.

Κατόπιν, ο Πέλοπας γιός του Ταντάλου και της Διώνης, βασιλιάς της Πίσας, όταν επεκράτησε στο μεγαλύτερο μέρος της Απίας, την μετονόμασε σε Πελοπόννησο και με το όνομα αυτό είναι γνωστή έως σήμερα .

Η Πελοπόννησος στα βάθη των αιώνων  κατά περιόδους αναδυόταν και καταβυθιζόταν. Πριν από 50 εκατομμύρια χρόνια  στην Ηώκαινο εποχή, το μεγαλύτερο τμήμα της βρισκόταν κάτω από το νερό της Τηθύος. Η Τηθύς ήταν μία θάλασσα, που εκτεινόταν από τον σημερινό  Ατλαντικό ωκεανό έως  τον Ειρηνικό, παράλληλα προς τον Ισημερινό της γης.

Πριν από 25 εκατομμύρια χρόνια,  στην Μειόκαινο εποχή, άρχισαν να γίνονται σπουδαίες αλλαγές με ανυψώσεις και καταβυθίσεις των τότε λιθοσφαιρικών πλακών. Τότε ανυψώθηκε και ο βυθός της θάλασσας Τηθύος, έγινε μία ενιαία ξηρά η ηπειρωτική Ελλάδα με την νησιωτική και ονομάσθηκε Αιγηίς. Τότε σχηματίσθηκαν και τα βουνά της Πελοποννήσου  Πάρνωνας και Ταϋγετος. Πριν από 12 εκατομμύρια χρόνια, κατά την πλειόκαινο εποχή, βυθίστηκε  ένα μεγάλο μέρος της Αιγηίδας . Η Πελοπόννησος σχεδόν  ολόκληρη βρέθηκε κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας. Εξακολούθησε να μεταμορφώνεται κατά τις επόμενες γεωλογικές περιόδους, ώσπου πριν 1 εκατομμύριο χρόνια, συνέβησαν συνταρακτικές αλλαγές στο κλίμα με παγετώνες  που κάλυψαν την Ευρώπη, και μείωση της στάθμης της θάλασσας έως και 200 μέτρα.

Πριν από 12.000 χρόνια περίπου η Πελοπόννησος αναδύθηκε πάλι, έτοιμη για να κατοικηθεί πια. Υπήρχαν δάση κυρίως φυλλοβόλων δένδρων και  δάση κωνοφόρων σαν τα σημερινά με κυρίαρχα δένδρα την  πεύκη, τις οξιές, τις δρύες, τα πλατάνια, τις λεύκες, τα σφενδάμια.

Στην Πελοπόννησο, έχουν καταγραφεί από την γιαπωνέζα καθηγήτρια βοτανολογίας του πανεπιστημίου της Κοπεγχάγης  Kit Tan,  περισσότερα από 2.500 είδη χλωρίδας. Την τελευταία δεκαετία μόνον, έχουν ανακαλυφθεί 100 διαφορετικά είδη και υποείδη .Τα 360 περίπου είναι ενδημικά της Ελλάδας και 160 είναι ενδημικά   της Πελοποννήσου.  Κάποια από αυτά είναι τόσο εύθραυστα που απειλούνται με αφανισμό.

Το ανάγλυφό του εδάφους της  είναι έντονο. Υπάρχουν πολλοί γεωλογικοί σχηματισμοί  όπως βουνά, χαράδρες, πεδιάδες, οροπέδια, ποταμοί, κοιλάδες, σπήλαια μοναδικά, καταβόθρες, υγρότοποι και λίμνες φυσικές και τεχνητές, ακτές άγριες και ομαλές.  Εδώ αναπτύσσονται οικοσυστήματα με πλούσια χλωρίδα και  πανίδα με πολλά είδη ζώων, ερπετών  και πουλιών, με μεταναστευτικά πουλιά, με  πλούσια  ιχθυοχλωρίδα  και  ιχθυοπανίδα.

Γενικώς με μία πολύ πλούσια βιοποικιλότητα.

Πάρνωνας ο Βοτανικός παράδεισος της Μεσογείου και η Ν. Κυνουρία ο κήπος του       Διονύσου

Επειδή η Ν.  Κυνουρία καλύπτει το ένα τρίτο περίπου της  ανατολικής  πλευράς του Πάρνωνα, όσα θα αναφέρουμε παρακάτω για τον Πάρνωνα, παράλληλα αναφέρονται και για την  Ν. Κυνουρία.

Ο Πάρνωνας  ονομάζεται έτσι από τα αρχαία χρόνια και αναφέρεται από τον Στράβωνα και τον Παυσανία, λέγεται και Κρόνιον όρος, αφού ήταν το αφιερωμένο ιερό βουνό στον Κρόνο, αλλά και θυληκό , γιατί η βλάστησή του ανακάμπτει γρήγορα σε ορισμένα δάση του, όταν καταστραφούν από φωτιά ή υλοτόμηση.

Είναι ένα από τα βουνά της Πελοποννήσου και από τα  σημαντικότερα μαζί με τον Ταϋγετο, όσον αφορά την βιοποικιλότητα της Ελλάδος, αλλά και  της Ευρώπης γενικότερα.

Ανήκει στους Ν. Αρκαδίας και Λακωνίας, εκτείνεται από ΒΔ προς ΝΑ, ξεκινώντας από τα Άνω Δολιανά, και την Βλαχοκερασιά  Αρκαδίας και φθάνει έως το Γεράκι  και την Μονεμβασιά  Λακωνίας. Γεννήθηκε πριν από 25 εκ. Χρόνια και η ζωή σ αυτόν  άρχισε  πριν περίπου από 12.000 χρόνια.

Έχει ποικιλία τοπίων ανυπέρβλητης ομορφιάς, άλλωστε η Αρκαδία, στην οποία ανήκει το μεγαλύτερο μέρος του, φημιζόταν από τα πολύ παλιά χρόνια για την ομορφιά της, η οποία εξιδανικεύτηκε μέσα από διάσημα έργα κορυφαίων πνευματικών ανθρώπων όπως, ο Δάντης ,ο Γκαίτε  και εκφράστηκε το Αρκαδικό Ιδεώδες με το ET IN ARCADIA EGO σε βουκολικά ζωγραφικά έργα καλλιτεχνών.

Εδώ στο Πάρνωνα μεγάλωσε ο θεός Διόνυσος και λατρεύτηκε ο θεός Απόλλωνας. Εδώ γεννήθηκαν οι Καρυάτιδες της Ακρόπολης και ταξίδεψαν με τον  Έλγιν στην Αγγλία.

Από γεωλογική άποψη, έχει έντονα καρστικά φαινόμενα και γι΄αυτό ενδιαφέρουσα γεωποικιλότητα, αφού οι βουνοκορφές, τα φαράγγια, οι κοιλάδες και τα οροπέδια, οι σπηλιές, τα δάση, οι καταρράκτες και τα τρεχούμενα νερά  συνθέτουν την εικόνα του και είναι σπάνια και μοναδικά.

Η υψηλότερη κορυφή του λέγεται Μαλεβός με ύψος 1935 μ. από την θάλασσα.

Όλες οι βουνοκορφές του είναι ομαλές, και βρίσκονται σε μία κορυφογραμμή.

Οι  Ανατολικές πλαγιές του καταλήγουν σε όμορφους όρμους, και σε μικρές παραλίες. Οι περισσότερες όμως βουτούν απότομα στα νερά του Μυρτώου πελάγους και στον Αργολικό κόλπο. Οι Δυτικές πλαγιές καταλήγουν στην κοιλάδα του Ευρώτα.

Ποταμοί δεν υπάρχουν, μόνο χείμαροι.

Οι πιό σημαντικοί από αυτούς είναι ο Τάνος στο Άστρος, ο Δαφνώνας στο Λεωνίδιο, ο Σαρανταπόταμος στα Βούρβουρα, ο Βρασιάτης στον Αγ. Ανδρέα,το Μαριόρεμα στο Μαρί.

Η χαράδρα του Δαφνώνα είναι η σπουδαιότερη, η πιό γνωστή για την ομορφιά  της, με τις απότομες πλαγιές της, το μαιανδρισμό του χειμάρου της, τα δένδρα της πάνω στην πέτρα χωρίς  σχεδόν χώμα καθόλου, με τα σπάνια ενδημικά φυτά της, άλλωστε γι΄αυτό και έχει ενταχθεί στο Δίκτυο Natura 2000 με τον κωδικό GR2520005.

Στην περιοχή του Αγ. Βασιλείου, του Πλατανακίου και του Παλαιοχωρίου, υπάρχουν δάση από δενδρόκεδρο μοναδικού στην Ευρώπη, με πολλή μεγάλη οικολογική αξία, αλλά και ένα σπηλαιοβάραθρο , με βάθος 315 μ. το δεύτερο πιό βαθύ βάραθρο στην Ελλάδα, στην θέση Πρόπαντες Παλαιοχωρίου.

Γεωλογικό ενδιαφέρον επίσης παρουσιάζει, η επίπεδη επιφάνεια σε υψόμετρο 1700 μ., το οροπέδιο του Πάρνωνα που έχει ενταχθεί στο Νatura 2000, επίσης στο Τυρό το οροπέδιο της Παλιόχωρας, εδώ υπάρχει  σπηλαιοκαταβόθρα στη θέση Δέρσιος.

Σπηλαιοκαταβόθρα βάθους 495 μ., έχουμε και στα Πελετά., η οποία έχει σταλακτίτες και μικρές λιμνούλες,

Στην περιοχή, της Κοιλάδας της Τριποταμιάς, όπου βρίσκονται τα χωριά Καστάνιτσα, Πλάτανος, Σίταινα και Χάραδρος, υπάρχουν χαραδρώσεις, με ρέματα και πηγές, καταρράκτες ιδιαίτερου φυσικού κάλους αλλά και σπήλαια.

Ιδιαίτερη  αναφορά θα πρέπει να γίνει και σε ένα σπήλαιο που βρίσκεται στο Λεωνίδιο, το σπήλαιο του Διονύσου. Όπως προανέφερα, εδώ θεωρείται ότι μεγάλωσε ο θεός Διόνυσος, γιός του Δία και της Σεμέλης, κατά την μυθολογία από την Ινώ. Είναι προσπελάσιμο διώροφο με όμορφους  σταλακτίτες και σταλαγμίτες, έχουν βρεθεί σπασμένα ειδώλια και άφθονα όστρακα, που σημαίνει ότι είχε κατοικηθεί.

Ασβεστολιθικά  είναι κατά κύριο λόγο τα πετρώματά του, τα οποία και διαβρώνονται από το νερό, δίδοντας σπήλαια, απόκρημνες χαράδρες, γκρεμούς και όχθες ρεμάτων, αλλά δίδουν και μάρμαρα , όπως τα υπόλευκα του Πάρνωνα και τα ονομαστά για την ομορφιά τους  μαύρα μάρμαρα του Αγ. Πέτρου. Επίσης έχει και πετρώματα από φλύσχη, που δεν διαβρώνεται από το νερό, το αφήνει να κυλάει όταν είναι επιφανειακά, ενώ μέσα στην  γη το συγκρατεί και έτσι δημιουργούνται οι πολλές πηγές του.

Το κλίμα  είναι μεσογειακό, με ήπιο χειμώνα και λίγες βροχές, καλοκαίρι με μεγάλες θερμοκρασίες  και παρατεταμένη ξηρασία.

Ο Πάρνωνας  θεωρείται ως ο Βοτανικός Παράδεισος, γιατί έχει εκατοντάδες είδη και υποείδη φυτών που φυτρώνουν στα χώματά του και αυτό οφείλεται στην ιδιαιτερότητα του κλίματός του, που τους δίνει και ξεχωριστά χαρακτηριστικά.

Έχει πληθώρα φυτών, που από την Αρχαιότητα αναφέρονται ως βότανα και έχουν μελετηθεί από τον Θεόφραστο τον Ερέσιο και τον Πεδάνιο Διοσκουρίδη. Αυτά τα βότανα χρησιμοποιούσε και ο Ασκληπιός για να θεραπεύσει τις ασθένειες του σώματος και της ψυχής των ανθρώπων.

Πάνω από τα 1700μ. υψόμετρο, υπάρχει μία ζώνη, αν και δεν είναι αλπική, χωρίς δένδρα  με στεπόμορφα λιβάδια και καλύπτεται από αγκαθωτούς θάμνους και αγροστώδη φυτά. Πιθανόν να έχει δημιουργηθεί από πυρκαγιές ή υπερβόσκιση των ζώων, ή και τα δυο μαζί.

Στην περιοχή με υψόμετρο 700-800μ. και μέχρι τα 1700-1800μ. Υπάρχουν δάση κωνοφόρων, τα οποία αποτελούνται από μαύρη πεύκη ( Pinus nigra), ακολουθεί το ελληνικό έλατο  ή κεφαλληνιακή ελάτη  (Abius cephalonica), και τέλος το δενδρόκεδρο  ή δρυποφόρο άρκευθο (Juniperus drupacea) που είναι Ασιατικής προέλευσης και απαντά μόνο στην συγκεκριμένη περιοχή, αλλά λόγο της σπανιότητάς του είναι προστατευόμενο. Άλλα είδη δασών  είναι δάση καστανιάς (Castanea sativa),δάση φυλλοβόλων δρυών  όπου τα εδάφη είναι όξινα, και δάση χαλέπιου πεύκης (Pinus  halepensis)

Ο Πάρνωνας είναι το τελευταίο κομμάτι γης της Ευρώπης που φύεται το κεφαλληνιακό έλατο και είναι ενδημικό της Ελλάδος, νοτιότερα δεν υπάρχει. Υπάρχουν σ αυτόν περισσότεροι από 15 τύποι οικοτόπων.

Κάτω από τα 700-800μ. και μέχρι  την   θάλασσα υπάρχουν οι μεσογειακοί θαμνώνες ή αλλιώς μεσογειακή μακία. Όπου αυτά έχουν καεί  ή υπερβοσκησθεί, υπάρχει η Φρυγανική βλάστηση ή  χσέρσα και  καλλιεργούμενα  χωράφια.

Στην ίδια ζώνη υπάρχουν και δενδρώδεις καλλιέργειες όπως ελιές , χαρουπιές, εσπεριδοειδή, αμπέλια, κ.λ.π., μετά από εκχέρσωση  της μακίας που υπήρχε εκεί από τα προϊστορικά χρόνια.

Στις ρεματιές του υπάρχει αζωνική βλάστηση από πλατάνια , ασημοϊτιές, πικροδάφνες και λυγαριές.

Στους γκρεμούς του υπάρχουν τα χασμόφυτα, που φυτρώνουν  στις σχισμές των βράχων και ζουν είτε γιατί διαθέτουν πλούσιο ριζικό σύστημα, είτε γιατί είναι πολύ βαθύρριζα.

Στον Πάρνωνα έχουν καταγραφεί περισσότερα από 600 είδη φυτών, με 113 ενδημικά  και 16 τοπικά ενδημικά,  με 11 σπάνια και μοναδικά στην Ευρώπη όπως η Χρυσή τουλίπα ή τουλίπα του Ορφανίδη,   η κόκκινη τουλίπα κ.λ.π.. Από τα 80 είδη ορχιδέας στην Ελλάδα τα 12 υπάρχουν εδώ.

Η καταγραφή δεν έχει τελειώσει ακόμη και πιστεύεται ότι θα φθάσει ίσως τα 1000 είδη και υποείδη.

Συγκρίνοντας τον αριθμό των ενδημικών (160) της Πελοποννήσου ολόκληρης , και τον αριθμό του Πάρνωνα (113), αντιλαμβανόμαστε την σπουδαιότητά του, όσον αφορά την βιοποικιλότητά του. Δικαίως λοιπόν μπορεί να χαρακτηρισθεί ΒΟΤΑΝΙΚΟΣ   ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ  με μεγάλη Οικολογική σημασία.

Τα   16 τοπικά   ενδημικά αυτά φυτά  του Πάρνωνα είναι:

– ο Αγριοπανσές  του  Πάρνωνα

– η Ασπερούλα  της  Ελώνης

– η Ασπερούλα  του  Μαλεβού

– ο Αστράγαλος   του  Αγρανιώτη

-       η Δράβα  του  Στράσερ

-       η Κενταύρια  η  Λακωνική

-     η  Κενταύρια    του   Πάρνωνα

-το Κυκλάμινο το Πελοποννησιακό τοπική ποικιλία του Πάρνωνα

-   η Ματρικάρια  η  Ρόδινη

η Μινουάρτια  του  Πάρνωνα

η Μινουάρτια  του  Φαβαρζέ

η Νεπέτα  του  Ορφανίδη

η Πετροράγια  η  Μεγανθής

η Ποτεντίλλα  η  Αρκαδική

η Σιληνή  η  Λακωνική

ο Στάχυς  ο  Χρυσανθής

Από αυτά ο Αστράγαλος του Αγρανιώτη, η Κενταύρια του Πάρνωνα και ο Αγριοπανσές του Πάρνωνα φύονται στις υψηλότερες κορυφές του βουνού, ενώ η Πετροράγια η μεγανθής, η Ασπερούλα  της Ελώνης και η Ποτεντίλλα η Αρκαδική φυτρώνουν αποκλειστικά στη χαράδρα του Δαφνώνα.

Στην ποικιλότητα του τοπίου ανήκουν και οι γεωργικές καλλιέργειες  με όποιες  επιπτώσεις τους ,στη βιοποικιλότητα του τόπου.

Η καλλιέργεια της ελιάς έχει τον κυρίαρχο λόγο , ακολουθούν της καστανιάς, των εσπεριδοειδών, της χαρουπιάς της αμπέλου και λίγων διαφόρων άλλων οπωροφόρων.

Ιδιαίτερη αναφορά θα κάνουμε στον κάμπο του Λεωνιδίου, ο οποίος χαρακτηρίζεται από γη υψηλής παραγωγικότητος, είναι 4.500 στρ. και καλλιεργούνται κυρίως κηπευτικά.

Εδώ μεγάλωσε και λατρεύτηκε  ο θεός Διόνυσος και η περιοχή ονομάστηκε «ο Κήπος του Διονύσου».

Τα παλιά χρόνια υπήρχαν αμπελώνες και σήμερα τους βρίσκουμε στα γύρω χωριά, κυρίως στα Πελετά. Στο πέρασμα του χρόνου, αντικαταστάθηκαν από άλλες καλλιέργειες. Τα αχλάδια της ποικιλίας Κρυστάλι ή βουτυράπιδο, έχουν πατρίδα τους τον κάμπο αυτόν. Υπάρχουν εσπεριδοειδή με κύρια ποικιλία μανταρινιάς την Σατσούμα, πολύ πρώϊμης, και πορτοκαλιάς Μέρλιν που αντικαθίσταται συνεχώς από νεώτερες πιο πρώϊμες και αποδοτικές ποικιλίες. Όσον αφορά τα κηπευτικά, θεωρείται η πατρίδα της Τσακώνικης μελιτζάνας, με την ιδιαίτερη και χαρακτηριστική γλυκιά γεύση της και η οποία έχει χαρακτηρισθεί ΠΟΠ και έχει ταυτοποιηθεί γεννετικώς.  Η ντομάτα είναι επίσης μία από τις κυρίαρχες καλλιέργειες του κάμπου, με συνεχή αλλαγή ποικιλιών πιο αποδοτικών σε ποσότητα και ποιότητα, τέτοια ώστε οποιαδήποτε ντόπια ποικιλία αν υπήρχε, έχει εξαφανισθεί εδώ και πολύ καιρό.

Από τις κύριες καλλιέργειες κηπευτικών στην περιοχή είναι και το μαρούλι, που καλλιεργείται έως και τρεις συνεχόμενες καλλιέργειες τον ίδιο χρόνο.

Άλλα κηπευτικά μικρότερης σημασίας είναι, κολοκυθάκια, πιπεριές, φασολάκια, φυλλώδη λαχανικά διάφορα και αρωματικά αρτήματα όπως  σέληνο, μαϊντανός , δυόσμοςκ.λ.π.

Το έδαφος του κάμπου είναι προσχωσιγενές, από φερτά υλικά  του χειμμάρου Δαφνώνα, που παρά την εντατική καλλιέργειά του εξακολουθεί να είναι γόνιμο, διότι γίνεται μεγάλη χρήση της κόπρου των ζώων για λίπανση.

Ο Πάρνωνας επίσης έχει και υγρότοπους, με σπουδαιότερο  αυτόν της λίμνης  του Μουστού, συνοδευόμενος από τρεις μικρότερους στα βόρειά του,  που έχει ενταχθεί στο NATURA 2000 με τον κωδικό GR 2520003. Επίσης ο υγρότοπος στην εκβολή του Χειμάρου  Βρασιάτη και ο υγρότοπος του Φωκιανού.

Όλοι και κυρίως του Μουστού που είναι ανεκτίμητος και αναντικατάστατος, αν και μικρός λόγω συρρικνώσεώς του κατά 40%, αποτελούν καταφύγια και χώρο ξεκούρασης για τα μεταναστευτικά πουλιά.

Στο  οικοσύστημα  του Υγρότοπου του Φωκιανού υπάρχουν θαμνώνες, αγροστώδη, αγριοκαλάμια και αρμυρίκια. Είναι  μικρός υγρότοπος  που βρίσκεται ακόμη σε καλή φυσική κατάσταση και αποτελεί δείγμα παράκτιου υγροτροπικού σχηματισμού.

Σε ολόκληρη την Πελοπόννησο ζούσαν παλαιότερα πολλά είδη  άγριων θηλαστικών, μερικά εκ των οποίων σήμερα έχουν χαθεί, όπως:

α) Η  Καστανή  Αρκούδα  (Ursus arctos). Εξαφανίστηκε  τον 16ο αιώνα.

β) Ο  Λύγκας ή Ρίτσος (Lynx lynx). Εξαφανίστηκε στις αρχές του 20ου αιώνα.

γ) Ο  Λύκος  (Canis lupus) γύρω στο 1925.

δ) Το  Ελάφι (Cervus elaphus). Στην τελευταία περίοδο της Τουρκοκρατίας.

ε) Το  Ζαρκάδι ( Capreolus capreolus). Στις αρχές του 20ου αιώνα. Λίγα άτομα επανεισήχθησαν  τελευταία.

ζ) Ο  Αγριόγατος (Felis sylvestris). Πιθανώς κατά την διάρκεια του 20ου αιώνα.

Τα άγρια θηλαστικά είναι κυρίως νυκτόβια, μικρού ή μετρίου μεγέθους, όπως ο λαγός, η αλεπού, το κουνάβι, ο ασβός, η νυφίτσα, το τσακάλι, τρωκτικά, νυχτερίδες, σκίουροι. Απειλούμενο μπορεί να θεωρηθεί το τσακάλι γιατί μειώνεται συνεχώς στην Ελλάδα και δεν υπάρχει σε άλλη χώρα της   Ευρώπαϊκής  Ένωσης.

Στον υγρότοπο του Μουστού ζει και η βίδρα.

Τα ήμερα θηλαστικά της περιοχής είναι γίδια και πρόβατα κατά κύριο λόγο, ελάχιστα βοοειδή κ.α.

Η ορνιθοπανίδα στον Πάρνωνα αριθμεί 217 είδη, εκ των οποίων, άλλα ζουν μόνιμα, άλλα έρχονται τον χειμώνα, άλλα έρχονται το καλοκαίρι και άλλα είναι διαβατάρικα.

Από αυτά τα  53 είδη είναι απειλούμενα ή και προστατευόμενα. Υπάρχουν και κάποια σπάνια όπως ο χρυσαετός, ο τσίφτης, ο στεπόκιρπος, ο σταυραετός, η χιονάδα, ο πετροκότσυφας, η χιονότσιχλα, και η κιτρινοκαλιακούδα, ο πορφυροτσικνιάς.

Η ιχθυοπανίδα στα γλυκά νερά, είναι περιορισμένη τόσο σε αριθμό ειδών όσο και σε άτομα.

Στην λίμνη του Μουστού και  Χερονησίου, υπάρχουν όλα τα είδη εκείνα που είναι κοινά για όλες τις ελληνικές λιμνοθάλασσες. Υπάρχουν χέλια, ο γούργος ή ζαχαριάς, όλα τα είδη κέφαλου, καθώς και στα σημεία που έρχεται σε επαφή με την θάλασσα υπάρχουν , η σακοράφα, η αθερίνα, γόνος τσιπούρας, γόνος μουρμούρας και λαβρακίου

Ο Γούργος ή Ζαχαριάς (Aphanius fasciatus) , είναι είδος ενδημικό της Ελλάδος. Η Σακοράφα (Syngnathus acus), Είναι είδος προστατευόμενο βάσει διεθνών συμβάσεων.  Και τα δύο πιο πάνω είδη είναι σπάνια και χρίζουν προστασίας.

Όσον αφορά τα αμφίβια και εδώ η πανίδα  τόσο στον Πάρνωνα όσο και στην Ν. Κυνουρία είναι πολύ πλούσια. Μέχρι σήμερα έχουν καταγραφεί περίπου 26 είδη αφιβίων και ερπετών. Εξ αυτών τα 2 είδη είναι ενδημικά της Ελλάδος και 2 είδη μόνο της Πελοποννήσου.

Από τα αμφίβια τα κυριότερα είναι : η Μπράσκα, ο μεγαλύτερος φρύνος στην Ελλάδα, ο Πρασινόφρυνος, ο Δενδροβάτραχος, ο Λιμνοβάτραχος, ο Ελληνικός Καφέ βάτραχος και ο Ευκίνητος Καφέ βάτραχος ή Πηδοβάτραχος.

Από τα ερπετά εδώ θα δούμε την Κρασπεδοχελώνα, την Μεσογειακή χελώνα, Νεροχελώνες,  το κεφαλλονίτικο κονάκι,  την αιγόσαυρα, την οφιόμορφο σαύρα, την τρανόσαυρα, την βακνόσαυρα, τον κυρτοδάκτυλο, την οχιά ,τον τυφλίτη, τη δεντρογαλιά ,το σαπίτη, το λιμνόφιδο, το ασινόφιδο , το λαφιάτη κ.λ.π.

Η Πελοποννησιακή γουστέρα και η ελληνική σαύρα είναι ενδημικά της Πελοποννήσου , αν και δεν είναι σπάνια ή απειλούμενα, εντούτοις έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον σε Ευρωπαϊκό επίπεδο λόγω του ενδημισμού τους.

Στην περιοχή αν και υπάρχουν πάρα πολλά είδη εντόμων και ασπονδύλων πολύ λίγα έχουν καταγραφεί, κάπου 21 είδη, εκ των οποίων τα 11 είναι ενδημικά της Ελλάδας και 6 προστατευόμενα  από την Εθνική και Διεθνή Νομοθεσία.  Μερικά από αυτά φέρουν παράξενα ονόματα όπως  το Αρμαλίδιο το καλαματιανό, το Αρμαλίδιο το τριπολιτσιότικο, ο Πλατυκλεής ο Πάρνων. Ο Ποικιλίμων ο ευγενής, η Ανθοχαρίς του Γκρούνερ, η Ζερύνθια η Πολυξένη, η Πιερίς η Εργάνη, η Πιερίς του Κρούπερ κ.λ.π.

Η Ζερύνθια η Πολυξένη είναι προστατευόμενο  είδος.

Επίσης άλλα έντομα στην περιοχή που έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον είναι , διάφορα είδη μέλισσας, που συμβάλλουν στην οικονομία του τόπου με το μέλι που παράγουν. Στην Νότια Κυνουρία αριθμούν πλέον των 10.000 κυψελών.

Και οι πληθυσμοί των μελισσών σε μία περιοχή, είναι ένας δείκτης μεγάλης χλωριδικής ποικιλότητος , όταν σε αυτήν την περιοχή έχουμε παραγωγή πολλών ειδών μελιού και γύρης.

Τα θαλάσσια οικοσυστήματα όπου υπάρχουν, είναι τα ίδια  με αυτά που προαναφέραμε, συμπληρώνουν τα υπόλοιπα και σαν ενιαίο σύνολο δείχνουν την βιοποικιλότητα του τόπου αυτού.

Ο Άνθρωπος αποτελεί και αυτός ένα κομματάκι από το οικοσύστημα  και συμβάλλει με τα έργα του, την ιστορία του και την εν γένει συμπεριφορά και πορεία του διαμέσου των αιώνων, στην βιοποικιλότητα του τόπου στον οποίο γεννήθηκε και ζει.

Στην  περιοχή του Πάρνωνα και ιδιαίτερα της Νότιας Κυνουρίας, λόγω κυρίως του ανάγλυφου του εδάφους της ,επικοινωνούσε πιο δύσκολα με την γύρω περιοχή.  Αυτό είχε σαν συνέπεια η περιοχή να δεχθεί πολύ λιγότερες  καταστρεπτικές επεμβάσεις και να θεωρείται αυτήν τη στιγμή ένας βοτανικός παράδεισος.

Μέχρι τώρα όλες οι ενέργειές του ήταν φιλικές προς το περιβάλλον, πολύ ήπιες και τα κτίσματά του ταιριασμένα με αυτό.

Διατήρησε και διατηρεί τις παραδόσεις, τα γλωσσικά ιδιώματα, μνήμες και ήθη συνεχώς και αδιαλείπτως, δείχνοντας πόσο δεμένος είναι με την γη που τον γέννησε.

Τέλος ζούμε σε έναν πλανήτη που εδώ και 4,5 δισεκατομμύρια χρόνια, γίνονται διαρκείς αλλαγές, όμως τώρα, είναι τόσο ραγδαίες όσο ποτέ πιο πριν. Και για ένα ποσοστό αυτών των αλλαγών ευθυνόμαστε εμείς οι άνθρωποι, υποβαθμίζοντας τα διάφορα οικοσυστήματα.

Όπως λέει και ο Θεόφραστος, ο σκοπός της φύσης δεν είναι η διαιώνιση του ανθρώπινου είδους, αλλά η διασφάλιση της βιοποικιλότητας των ειδών.

Όμως,  αν και είναι προικισμένος με νου και λογικό, θεωρεί τον εαυτόν του πάνω από όλα τα πλάσματα της γης. Είναι τόσο εγωιστής, που προσπαθεί να εκμεταλλευτεί για ίδιο όφελος, κάθε τι που τον εξυπηρετεί και τον ευχαριστεί. Έτσι σπατάλησε και σπαταλά, ότι απλόχερα μέχρι σήμερα του έχει προσφέρει  η φύση.

Από αυτή την άμυαλη συμπεριφορά του και τις πράξεις του, έφθασε στο σημείο, ώστε  να συμβάλλει, καταστρέφοντας το φυσικό του περιβάλλον, αρνητικά, στην συνεχιζόμενη αλλαγή του κλίματος της γης, χωρίς να σκέφτεται τις απρόβλεπτες επιπτώσεις και συνέπειες που θα έρθουν.

Αν βάλουμε ένα στηθοσκόπιο και σκύψουμε ευλαβικά να αφουγκραστούμε τον παλμό του πλανήτη μας, θα ακούσουμε , είμαι βέβαιη, μια κραυγή αγωνίας και λύπης, γιατί είναι άρρωστος, τόσο που φοβάμαι μήπως  είναι πολύ αργά για να μπορέσουμε να κάνουμε κάτι γι αυτό.

Ωστόσο πρέπει να προσπαθήσουμε να σώσουμε ότι έχει απομείνει τουλάχιστον και να διορθώσουμε ότι ακόμα διορθώνεται.

Λέξεις Κλειδιά: